ἐγκαθέψω
ἐγκαθέψω, boil in
ἐγκαθ-έψω,
- boil in anything, Hp. Mul. 2.133.
poner a cocer, poner a hervir c. dat.
ἐ. δὲ τοῖς ὑγροῖς ... φλοιὸν πίτυος
πολύγονον ἐγκαθέψομεν ἢ σίδια
• en v. med.-pas. hervir
ἐγκαθηψημένων ἀκροκωλίων
σμύρνα ἐγκαθηψημένη
κάρδαμον ... ἐγκαθεψόμενον ῥοφήμασιν
μύσκλον τῷ λινοσπέρμῳ ἐγκαθηψημένον
ἐγ·καθέψω, f. -εψήσω, faire cuire dans, Hpc. 651, 48.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκαθέψω, (ἕψω), darin kochen, Hippocr.