ἐγκαθηλόω
ἐγκαθηλόω, fix in
ἐγκαθ-ηλόω,
- fix in, Heliod. ap. Orib. 49.4.25 (Pass.).
clavar, insertar en v. pas.
τύλοι οἱ τοῖς ἄξοσιν ἐγκαθηλωμένοι
ἐγκαθηλόω, fix in
clavar, insertar en v. pas.
τύλοι οἱ τοῖς ἄξοσιν ἐγκαθηλωμένοι