ἐγκάθημαι
ἐγκάθημαι, to sit in
- sit in or on, X. Eq. 1.11; lie in ambush, ἐν τοῖς τρίβωσιν Ar. Ach. 343, cf. Th. 600; ἐ. καὶ ἐνεδρεύειν Aeschin. 3. 206; of garrisons, lie in a place, Plb. 18.11.6, J. BJ 5.1.2; lie couched in, as the men in the Trojan horse, Pl. Tht. 184d: metaph., ἐ. μεταξύ . . Id. Prm. 156d; ἐγκαθημένον ταῖς ψυχαῖς τοῦ φόβου Plb. 2.23.7; ἐμπόδιον ἐγκαθήμενον Plot. 6.9.7; take oneʼs stand upon, τῷ ῥητῷ Mich. in EN 68.31.
I
1 sentarse entre
ὅπου λέληθεν ἡμᾶς κρυπτὸς ἐγκαθήμενος
dónde se sienta escondido entre nosotras
2 sentarse encima
(ῥάχις) ἐγκαθῆσθαι μαλακωτέρα
ὅταν ἡ στραγγουρίη ἔχῃ, ἐν ὕδατι χλιερῷ ἐγκαθήσθω
II c. idea de ‘asentamiento’
1 gener. de pers. o grupos instalarse, habitar, estar
κηφῆνες ἡμῖν εἰσιν ἐγκαθήμενοι
παραδώσω ... τοὺς ἐγκαθημένους ἐν τῇ γῇ
προσώχθισεν ἡ γῆ τοῖς ἐγκαθημένοις ἐπ' αὐτῆς
• fig. del río Nilo
περὶ δὲ τὰς ... νομὰς ἀεὶ πολὺς ἐγκάθηται
• de ejércitos y tropas asentarse como guarnición
ἐν Κορίνθῳ βασιλικῆς φρουρᾶς ἐγκαθημένης
δύο δ' ἐγκαθήμενα τῇ πόλει τάγματα
• gener. asentarse, acampar
ἐγκαθήμενοι τὰ πολλὰ κατὰ χώραν ἔμενον
Κέλτους ἐκ τῆς χώρας σφίσιν ἀπελθεῖν μηδὲ ἐγκαθημένους φθείρειν
ἔκριναν ... τὴν κρατίστην αὐτῶν τῆς χώρας ἐγκαθημένους δῃοῦν
2 c. suj. no animado o abstr. estar situado o asentado
αὕτη φύσις ἄτοπός τις ἐγκάθηται μεταξὺ τῆς κινήσεώς τε καὶ στάσεως
ἐγκαθημένου ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν τοῦ παλαιοῦ φόβου
ἕως ἂν ἥδη ἡ βάσκανος ἐρινὺς ... ἐγκαθημένη πάντα σήπῃ
ἡ δὲ τῆς θέας ἡδονὴ ... τοῖς στέρνοις ἐγκάθηται
λύπας ἐγκαθημένας ἀπελαύνειν
ὅση λάθρα ταῖς ψυχαῖς ἐγκαθημένη ... διεσθίει τὸν ἄνθρωπον
3 c. idea de asechanza, de pers. apostarse o estar apostado
ἐγκαθήμενοι καὶ ἐνεδρεύοντες
ὄφις ἐφ' ὁδοῦ ἐγκαθήμενος
• fig. de cosas estar agazapado o emboscado
ὅπως μὴ 'ν τοῖς τρίβωσιν ἐγκάθηνταί που λίθοι
no sea que entre vuestros mantos queden piedras agazapadasὥσπερ ἐν δουρείοις ἵπποις αἰσθήσεις ἐγκάθηνται
las sensaciones están emboscadas como en caballos de Troya
III medic. estar metido hasta dentro, hundido
ὁ σπόνδυλός τε ἐγκάθηται
οἱ ὀφθαλμοὶ ἐγκαθήμενοι
τὰ ἐγκαθήμενα τῶν ὀστῶν
ῥάχιν ἐγκαθημένην
- Dep. to sit in or on, Xen.: to lie in ambush, Ar.