ἐγκαταβυσσόομαι
ἐγκαταβυσσόομαι, penetrate deeply
ἐγκατα-βυσσόομαι,
- penetrate deeply, Democr. A. 77 D.
penetrar, introducirse
ἐγκαταβυσσοῦσθαι τὰ εἴδωλα διὰ τῶν πόρων εἰς τὰ σώματα
ἐγκαταβυσσόομαι, penetrate deeply
penetrar, introducirse
ἐγκαταβυσσοῦσθαι τὰ εἴδωλα διὰ τῶν πόρων εἰς τὰ σώματα