ἔγκατα
ἔγκατα, the inwards, entrails, bowels
- inwards, entrails, Hom., always in acc., as Od. 9.293, exc. dat. ἔγκασι in Il. 11.438; ἐν ἔγκασιν ᾅδου AP 15.40.42 (Comet.): later, nom. sg. ἔγκατον LXX 3 Ki. 17.22, Luc. Lex. 3.
entrañas
ἔ. τε σάρκας τε καὶ ὄστεα μυελόεντα
αἷμα καὶ ἔ.
ἔ. πίονα ... κατέθηκε
ἔ. δ' εἴσω χαλκὸς ἄφαρ διέχευεν
καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου
τὰ ἔ. ἐξαιρῶν
ὑπὸ τῶν βοείων ἐγκάτων ἐφυσήθη
τοῦ βοὸς τὸ πολύπτυχον ἔγκατον
προφήτης ἐγκάτοισι φλυδούμενος
ἔ. ἰχθύων
• fig.
ἐν ἔγκασιν ... ᾍδου
τά.
Dat. pl. ἔγκασι Il. 11.438.
The entrails Il. 11.176 = Il. 17.64, Il. 11.438, Il. 18.583: Od. 9.293, Od. 12.363.
- the inwards, entrails, bowels, Lat. intestina, Hom.