ἐγκαταγηράω Save DGE Bailly 2024 ἐγκαταγηράω hacerse viejo, envejecer ταῖς μοναρχίαις Them.Or.19.232c, τῇ ... κακίᾳ Eus.M.23.1001A. ἐγ·καταγηράω-ῶ (impf. 3 pl. ἐγκατεγήρων) c. le préc. Thém. 232c. Étym. ἐν, κ.