ἐγκαταζεύγνυμι
ἐγκαταζεύγνυμι, to adapt to
ἐγκατα-ζεύγνῡμι,
- associate with, adapt to, νέας βουλὰς νέοισιν ἐγκαταζεύξας τρόποις S. Aj. 736.
uncir, fig. adecuar, adaptar
νέας βουλὰς νέοισιν ... τρόποις
• someter
τοῖς ἰδίοις ἐγκαταζεῦξαι σκήπτροις τοὺς ἀρχῆς ... ἀπολισθήσαντας
ἐγ·καταζεύγνυμι [ῡ] (part. ao. -ζεύξας) adapter par suite de, accommoder en conséquence à, dat. Soph. Aj. 736.
Étym. ἐν. κ.
ἐγκαταζεύγνυμι, [ῡ], (ζεύγνυμι), mit Etwas verbinden ; νέας βουλὰς νέοισι τρόποις Soph. Aj. 723.
ἐγκαταζεύγνυμι
fut. -ζεύξω
- to adapt to, τί τινι Soph.