ἐγκαταδέω
ἐγκαταδέω, to bind fast in
ἐγκατα-δέω,
- bind fast in, τινί Pl. Phd. 84a, Them. Or. 23.297a (Pass.), Opp. H. 3.201.
atar fuertemente, encadenar fig., c. dat.
λύπαις ἑαυτὴν πάλιν αὖ ἐγκαταδεῖν
πολλοὺς ... αἴσχεσιν ἐγκατέδησε
τὸν τοῖς τῆς δουλείας ἐγκαταδέοντα ζυγοῖς
ὑπὸ ἀγνοίας αὐτοῖς (βρόχοις) οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταδοῦνται
ἐγ·καταδέω, lier solidement dans ou à, dat. Plat. Phæd. 84a ; Thém. 297a ; Opp. H. 3, 201.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκαταδέω, (δέω¹), an Etwas festbinden, τινί, Plat. Phaed. 84a u. Sp.
ἐγκαταδέω
fut. -δήσω
- to bind fast in, Plat.