ἐγκρόταφος Save LSJ DGE ἐγκρότᾰφος· ὁ ἀντικέφαλος, Et.Gud. ἐγκρόταφος -ου, ὁ • Alolema: tb. ἐγκότρ- nuca, occipucio, Et.Gud.395.20.