ἐγκρούω
ἐγκρούω, to knock or hammer in
- knock or hammer in, παττάλους εἰς τὸν τοῖχον Ar. V. 130; ἥλους εἰς τὰ ὑποδήματα Thphr. Char. 4.13; strike, ἐγκρούουσα ποσσὶ λάλους πτέρυγας, of the locust, AP 7.195.4 (Mel.).
- II dance, Ar. Ra. 374.
I intr.
1 golpear rítmicamente con los pies al marchar al compás
πᾶς ... ἐγκρούων κἀπισκώπτων καὶ παίζων καὶ χλευάζων
2 en v. med. dar empujones
II tr.
1 clavar c. ac. y giro c. prep.
παττάλους ἐνέκρουεν εἰς τὸν τοῖχον
εἰς τὰ ὑποδήματα δὲ ἥλους ἐγκροῦσαι
ἐὰν ... τὰς ἑπτὰ σειρὰς τῆς κεφαλῆς μου ... ἐγκρούσῃς ἐν τῷ πασσάλῳ εἰς τὸν τοῖχον
πάσσαλοι ἐγκεκρούσθωσαν ὀρθοί
2 golpear c. ac. y dat. instrum.
ἀκρὶς ... ἐγκρούουσα φίλοις ποσσὶ λάλους πτέρυγας
para producir el canto según Meleagroἐὰν ... εἰς τὴν γῆν ἐγκρούῃ τὴν κεφαλήν
síntoma de un caballo enfermo
• abs. como
glosa a ἐμπλῆξαι
ἐμπρίει
- Ito knock or hammer in, Ar.: to strike, Anth.
- IIto dance, Ar.