ἐγχείρημα
ἐγχείρημα, an undertaking, attempt
1 empresa, intento
οὐχὶ μῶρόν ἐστι τοὐγχείρημά σου
τὸ μέγεθος τῶν ἐγχειρημάτων
la magnitud de las empresasἓν καινὸν ἐ.
οὐ μικρᾶς ἀναιδείας τὰ ἐγχειρήματα
τὸ παρηλλαγμένον αὐτῶν τῶν ἐγχειρημάτων
lo peregrino de sus empresasἐ. τολμᾶν
ἐ. χρήσιμον σαυτῷ
αὐτῷ θάνατον τὸ ἐ. ἤνεγκεν
2 en cont. bélicos intentona, ataque
φανερὰ ἐγχειρήματα
• fig.
ἐγχειρήματα π[ρὸς διά]νοιαν
atentados contra el intelecto
• designio, plan
ἕως καταστήσῃ ἐ. καρδίας αὐτοῦ
- an undertaking, attempt, Soph., Plat., etc.