Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔθελξε
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔησι
ἔῃσι
ἐητύς
ἔθʼ
ἔθα
ἐθαγενής
Ἐθαῖος
ἔθανε
ἔθανον
ἐθάς
ἐθεῖν
ἔθειρ
ἔθειρα
ἐθειράζω
ἔθειραι
ἐθειράς
ἐθειρολόγος
ἐθείρω
ἐθελακρίβεια
ἐθελακριβής
ἐθελάστειος
ἐθέλεσκον
ἐθελεχθρέω
ἐθέλεχθρος
ἐθελέχθρως
ἐθελημός
ἐθελήμων
ἐθέλησθα
ἐθελήσω
ἐθελητός
ἔθελξε
ἐθελοακρότης
ἐθελοβλέπω
ἐθελοβουλία
ἐθελοδιδάσκαλος
ἐθελοδικαιοσύνη
ἐθελοδόκησις
ἐθελοδοξία
ἐθελοδουλεία
ἐθελοδουλέω
ἐθελόδουλος
ἐθελοδούλως
ἐθελοευλάβεια
ἐθελοθρησκεία
ἐθελοθρῃσκευτικός
ἐθελοθρῃσκεύω
ἐθελοθρησκέω
ἐθελοθρησκία
ἐθελοκακέω
ἐθελοκάκησις
ἐθελοκακία
ἐθελόκακος
ἐθελοκακουργία
ἐθελοκακοῦργος
ἐθελοκακῶς
ἐθελόκαλος
ἐθελοκίνδυνος
ἐθελοκινδύνως
ἐθελοκωφέω
ἐθελοκωφία
ἐθελόκωφος
…
ἔθελξε
Save
Cunliffe Homer
ἔθελξε
3 sing. aor. θέλγω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}