ἐκβεβαιόομαι
ἐκβεβαιόομαι, confirm, establish
ἐκβεβαι-όομαι,
- confirm, establish, Plu. Aet.Gr. 2.283a; νίκημα Id. Pomp. 19, cf. Ages. 19.
asegurarse
τὸ νίκημα
• confirmar, reafirmar una afirmación o suposición, Hld.9.22.6,
αὐτοῦ τὴν διάνοιαν
τὸ μέγεθος τῆς ἀρχῆς
τοῖς ἔργοις ... τὸν τῆς ἀρετῆς λόγον
τό τε κῦρος ... τοῖς πραχθεῖσιν ὑπὸ τοῦ Καίσαρος
ἐκβεβαιόομαι, bestätigen, befestigen, τὴν νίκην Plut. Ages. 19 u. öfter, wie a.Sp.
ἐκβεβαιόομαι
fut. ώσομαι
- to establish, Plut.