ἐκβιβρώσκω
ἐκβιβρώσκω, to devour
ἐκβιβρώσκω,
- devour, ἐκ μὲν ἐσχάτας βέβρωκε σάρκας S. Tr. 1054:— Pass., Gp. 2.35.7: metaph., Corn. ND 18.
devorar
ἐκ μὲν ἐσχάτας βέβρωκε σάρκας
(ἔχιδνα) τὴν γαστέρα τῆς μητρός
ὁ φθόνος τὴν καρδίαν
ἡ ... ἡμετέρα ἐντρέχεια ... ὑπὸ τῆς λεπτομεριμνίας
• roer, carcomer en v. pas.
διά τινα σηπεδόνα μεγάλην ἐκβρωθέν τι μέρος αὐτοῦ (sc. τοῦ χιτῶνος)
πετρῶν αἰθαλωδῶν κατὰ τὴν χρόαν, ὡς ἂν ἐκβεβρωμένων ὑπὸ πυρός
ἐκ·βιβρώσκω, dévorer, Geop. 2, 35, 7 (ao. pass. part. -βρωθέντα) ; fig. Corn. 180.
ἐκβιβρώσκω, (βιβρώσκω), ausfressen, Sp. In tmesi Soph. Tr. 1043, ἐκ μὲν ἐσχάτας βέβρωκε σάρκας.
ἐκβιβρώσκω
perf. -βέβρωκα
- to devour, Soph.