ἐκβλαστάνω
ἐκβλαστάνω, to sprout out
- shoot, sprout, Id. HP 7.2.3: metaph., τύραννος ἐκ προστατικῆς ῥίζης ἐ. Pl. R. 565d, cf. Procl. Inst. 36.
- 2 c. acc., grow out of, τὴν ἰδίην ἰδέην Hp. l.c.
- II cause to grow, produce, ἔξοδον χλοῆς LXX Jb. 38.27; cause to revive, τὴν φυήν Aret. CA 2.3.
I intr.
1 bot. germinar
ὁ δὲ καρπὸς ἀφαιρούμενος ἐκβλαστάνει καὶ ἀποδίδωσι τὸ κρίνον
• rebrotar, producir renuevos
ἐκβλαστάνει ... μάλιστα τὰ ἐλάϊνα
la madera de olivo produce renuevos con más facilidad que otrasὁ γὰρ ἱστὸς τῆς νεὼς ἐξεβλάστησεν
2 gener. nacer, brotar
κέρατα ... ἀπογίνεται καὶ αὖθις ἐκβλαστάνει ζῴοις
στέργω δὲ τὸν φύσαντα ... κείνου γὰρ ἐξέβλαστον
(τύραννος) ἐκ προστατικῆς ῥίζης ... ἐκβλαστάνει
τᾶς ... ἀκρασίας ἐξεβλάστασαν ἄθεσμοι γάμοι
II tr.
1 hacer brotar, producir
τὴν μὲν ἰδίην ἰδέην ἐξεβλάστησεν, τὴν δὲ προτέρην ... ἐξημαύρωσεν
de los alimentos tras ser ingeridosἔξοδον χλόης
τὰ πονηρὰ σπέρματα ... τοὺς φθοροποιοὺς καρποὺς ἐξεβλάστησεν
καλὸν δένδρον
2 recuperar, renovar
(ὁ νοσέων) ἐξεβλάστησε τὴν φυήν
1. intrans. ontkiemen; overdr.:
2. met acc., causat. laten ontkiemen:
- to sprout out, Plat.