ἐκδιοίκησις Save ἐκδιοίκησις, collection LSJ DGE ἐκδιοίκ-ησις, εως, ἡ, collection of dues, PTeb. 27.37. ἐκδιοίκησις -εως, ἡ • Grafía: graf. ἐγδ- enajenación τῶν χλωρῶν PTeb.27.37 (II a.C.).