ἐκδικία
ἐκδικία, decision
- = ἐκδίκησις, J. AJ 13.1.4; τοῦ πατρός Gal. 14.239, Sch. Pi. Pae. 6.119; ἡ ἀπὸ θεῶν ἐ. Herm. ap. Stob. 1.49.44; ἐ. ποιεῖσθαι Onos. 37.4; ἐ. γίγνοιτο IG 2(2).1121.45 (iv A.D.).
- 2 decision of a case, D.C. 38.7.
- II office of ἔκδικος II.3, CIG 2719 (pl.), 2771 (Aphrodisias), POxy. 901.3 (iv A.D.); ἔχειν τὴν περί τινος ἐ. BMus.Inscr. 481*.219.
I
1 venganza
ἐπὶ τοῖς θεοῖς ποιεῖσθαι τὴν ὑπὲρ ὧν ἂν πάθωσιν ἐκδικίαν
ἐπὶ τὴν ἐκδικίαν τοῦ πατρὸς ἐξῄεσαν
se aprestaron para la venganza de su padre asesinado, ref. a los hijos de Alcmeónτἀδελφοῦ
2 castigo del delito o su autor
ὧν πεπόνθαμεν
ἡ τινῶν πλεονεξία τὴν παραυτίκα ἐκδικίαν αἰτεῖ
τῆς εἰς σωφροσύνην ὕβρεως
κατὰ τούτων ... εὐτονίᾳ τῇ προσηκούσῃ ἐ. γίγνοιτο
3 derecho de enjuiciamiento, obligación de perseguir criminalmente al autor de un delito
ἔχειν τὴν περὶ τούτων ἐκδικίαν
4 satisfacción o reparación legal, justicia
ἵνα δυνηθῶ τὰ ἴδια ἀπολαβεῖν καὶ ἐκδικίας τυχεῖν
τυχεῖν με τῆς δεούσης ἐγδικίας
δέησίν σοι προσφέρομεν ... χρῄζουσαν τῆς σῆς ἐκδικίας
II
1 actuación, misión como abogado o representante legal de ciudades ante los tribunales o autoridades romanas (cf. αἱ ἐπὶ τὰ ἔκκλητα ἐκδικίαι
πολλὰς πρεσβείας καὶ ἐκδικίας τῇ πατρίδι παρασχομένου
τὰς ἐνχειρ[ι]σθείσας αὐτῷ ... ἐγδικίας τετελ[ε]κότα ἴσως καὶ δικαίως
2 oficina del ‘defensor civitatis’ (cf. βοηθὸς τῆς ἐκδικίας τῆς Ἀνταιοπολιτῶν
1)= ἐκδίκησις, Apolld. u. a.Sp.
2) Erlaß von der Pacht, DC. 38.7.