ἔκκαυσις
ἔκκαυσις, kindling, burning
- kindling, burning, Arist. Mete. 342a2, Anthem. p.154 W.
- 2 heating of the body, Aret. SA 1.7 (pl.); of baths, PFlor. 385.88 (v A.D.), Cod.Just. 1.4.26Intr. (pl.).
- II sunstroke, Gal. 2.884; ἡλίου Alex.Aphr. Pr. 1.88.
1 combustión
τῆς ὕλης
ἔ. πυρός
τὸ πῦρ ἐπιδρασσόμενον ταχεῖαν τὴν ἔκκαυσιν ποιεῖται
2 calor producido por el sol
ἡ ἡλιακὴ ἔ.
op. κρύος
πρὸς βῆχα τὴν ἐξ ἐκκαύσεως καὶ κονιορτοῦ
ἡ ... τοῦ θήρους ἔ.
• calentamiento, abrasamiento causado por el fuego
νικῶντα αὐτοῦ τὴν ὑπερβάλλουσαν ἔκκαυσιν
εἰς ἐκκαύσεις βαλανείων
• fig. calentura, ardor ref. a la pasión amorosa
τὰ πρὸς μῖξιν καὶ ἔκκαυσιν ἁμαρτήματα
ὑπὸ τῆς Ἔρωτος ἐκκαύσεως
3 medic. calentamiento del cuerpo o sus órganos, inflamación
αὖαι δὲ (γλῶσσαι) ἀπὸ ἐκκαύσιος
op. ψύξις
αἴτιον τοῦτο ἐκκαύσεως καὶ νόσων
ἡ ἔκκαυσις τοῦ θερμοῦ ἔγερσιν ἰσχυρῶν πυρετῶν ἐν τῷ σώματι ποιέει
• insolación
ὁ ὑπ' ἐκκαύσεως πονούμενος ἐγκέφαλος
ἡ ἔ. τοῦ ἡλίου
• ardor