ἐκκεκαλυμμένως
adv. sobre el part. perf. pas. de ἐ. ἑαυτὸν Κύριον ὀνομάζει
ἐ. δὲ πράττων τῶν δοκούντων οὐδέν
ἐκκεκαλυμμένως [ᾰ] adv. ouvertement, Chrys. 1, 818c, 834d.
Étym. ἐκκαλύπτω.
adv. sobre el part. perf. pas. de ἐ. ἑαυτὸν Κύριον ὀνομάζει
ἐ. δὲ πράττων τῶν δοκούντων οὐδέν