ἐκκηρύσσω
ἐκκηρύσσω, to proclaim by voice of herald
- proclaim by voice of herald:—Pass., νέκυν ἀστοῖσί φασιν ἐκκεκηρῦχθαι τὸ μὴ τάφῳ καλύψαι S. Ant. 27, cf. 203.
- II banish by proclamation, Hdt. 3.148, Plb. 4.21.8, D.S. 14.97; τῆς πόλεως, ἐκ τῆς πόλεως, Aeschin. 3.258, Lys. 12.3:—Pass., ἐκ τοῦ γένους ἐκκεκηρῦχθχι Pl. Lg. 929b; ἐξεκηρύχθην φυγάς S. OC 430.
- 2 cashier, ‘drum out’ of the army, prob. in Arist. Ath. 61.2.
I
1 proclamar mediante heraldo, anunciar con un pregón una prohibición, c. dat. compl. indir., en v. pas.
νέκυν ἀστοῖσι ... ἐκκεκηρῦχθαι τὸ μὴ τάφῳ καλύψαι
2 desterrar fuera de la ciudad o el γένος, declarar públicamente proscrito de pers.
Μαιάνδριον
αὐτούς
τοὺς δὲ διαφυγόντας
ἄκριτον ... πολίτην
ὡς ἀθεωτάτους ἡμᾶς ἐκκηρύσσετε
τοὺς τριάκοντα ... ἐκ τῶν πόλεων
οὓς ... τῆς ἰδίας βασιλείας
ἄμφω τὼ ἡγεμόνε τῶν ὅρων τῆς αὑτοῦ βασιλείας
κἀξεκηρύχθην φυγάς
ἄξιος ἅπασιν ἐκ τοῦ γένους ἐκκεκηρύχθαι
ὁ Ἐκκηρυττόμενος
el Proscrito tít. de una comedia de Alexis
• fig. desterrar, eliminar
τὴν αἵρεσιν
τοῦτο (ὄνομα) ... τοῦ Ἑλληνικοῦ
(ἡ ῥητορική) ἄπεισιν ἐκ τῶν πόλεων ἐκκηρυχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Πλάτωνος
3 gener. expulsar fuera del ejército
τὸν ἀτακτοῦντα
τοὺς Οὐολούσκους ... πρὸ τοῦ ἀγῶνος
πάσης γῆς καὶ θαλάττης (σέ)
μόνος Ἀθηναίων ὑπὸ τῶν στρατηγῶν ἐξεκηρύχθη
τοῦτον σχολῆς τῆσδ' ἐκκεκηρύχθαι
τῶν Ὀλυμπίων
• fig. excluir c. gen.
ἑαυτὸν τῶν ἄθλων τοῦ σωτῆρος
4 crist. excomulgar
τοὺς τοιούτους πάντας
αὐτόν
ὃν ... συνόδου Χριστιανῶν
II simpl. proclamar
ὃν ... ὁ δῆμος ἅπας ... καλαμοσφάκτην ἐξεκήρυξεν
παντὸς ταπεινότερον ἑαυτόν
- Ito proclaim by voice of herald, Soph.
- IIto banish by proclamation, Hdt.:—Pass., ἐξεκηρύχθην φυγάς Soph.