ἐκκρουστικός
ἐκκρουστικός, fitted for expelling
ἐκ-κρουστικός, ή, όν,
- fitted for expelling, τοῦ ἐλέου Arist. Rh. 1386a22; τοῦ λόγου Arr. Epict. 2.18.29.
que rechaza, incompatible
τὸ γὰρ δεινὸν ... ἐκκρουστικὸν τοῦ ἐλέου
φαντασίαι ... ἐκκρουστικαὶ τοῦ λόγου
ἐκκρουστικός, ή, όν, propre à chasser, à repousser, Arstt. Rhet. 2, 8 ; Arr. Epict. 2, 18, 29.
Étym. ἐκκρούω.
ἐκκρουστικός, ή, όν, zum Herausstoßen geeignet, verdrängend, ἐλέου Arist. rhet. 2.8.