ἐκκρέμαμαι
ἐκκρέμαμαι, hang, be suspended
- hang, be suspended, v.l. in Hp. Art. 76; τὴν γυναῖκα ἐκκρεμαμένην ἀποσεισάμενος Luc. Tox. 61: c. gen., hang from, Pl. Ion 536a.
- II depend upon, ἐξ ἐπιθυμιῶν Id. Lg. 732e; τῆς τοῦ ζῆν ἐπιθυμίας Plu. Mar. 12; ἐλπίδος AP 9.411 (Maec.).
1 colgar, estar suspendido en cirug. ref. la suspensión terapéutica
δεῖ μέντοι τὸν ἐκκρεμάμενον ἔμπειρον εἶναι
ἀδρανεῖς οἱ μασθοὶ ἐκκρέμανται
• estar adherido
ἵνα τὸ ἔμβρυον ἐκκρεμάμενον ξυνεπισπᾶται τῷ βάρει ἔξω
• estar colgado, prendido de c. gen.
τοῖς κλάδοις καὶ τοῖς ἐκκρεμαμένοις αὐτῶν πετάλοις
2 fig. pender, estar pendiente, depender c. gen.
ἑτέρης ἐλπίδος
μυστικῶν πλασμάτων
οἱ ἀεὶ τοῦ μέλλοντος ἐκκρεμάμενοι
δογμάτων ... ἐκκρεμαμένων τῆς κατὰ τὴν ψυχὴν θειότητος
ἀλλ' ἐξήρτηται καὶ ἐκκρέμαται ἡμῶν
sino que (el cuerpo) está suspendido y colgado de nosotrosἐξ ὧν (ἐπιθυμιῶν)
ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐκκρέμαται ἐκ τῆς τούτου ψυχῆς
su alma está ligada a la de ésteἀπὸ τῶν ὀνο[μάτ]ων
τὴν ἐλπίδα ἐκκρεμαμένην ἀπὸ τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ
• c. πρός y ac. aferrarse, apegarse
πρὸς αὐτὸν (τὸν Κύριον)
• c. part. estar en suspenso, estar pendiente
ὁ λαὸς ... ἅπας ἐξεκρέματο αὐτοῦ ἀκούων