ἐκμυσάττομαι
ἐκμυσάττομαι, abominate
ἐκμῠσάττομαι,
- abominate, Ph. 2.303.
censurar, reprobar costumbres, leyes
ἅπερ ... ὡς ἀλλότρια καὶ ἐχθρὰ πολιτείας
τὰς τῶν ἀπειθούντων βδελυρίας
ἐκ·μυσάττομαι [ῠ] exécrer, détester, Phil. 2, 303.
ἐκμυσάττομαι, verstärktes μυσάττομαι, Philo.