ἐκμυκάομαι
ἐκμυκάομαι, bellow aloud
ἐκμῡκάομαι,
- bellow aloud, τὰς ὀλοφύρσεις Phalar. Ep. 122.2.
bramar c. ac. int.
τὰς ... ἐμβοωμένας ὀλοφύρσεις
θρηνῶδες γοερόν
ἐκ·μυκάομαι-ῶμαι [ῡ] pousser des mugissements, Phalar. Ep. 122, 2.
ἐκμυκάομαι, [ῡ], herausbrüllen, Phalar. ep. 5.