ἐκμυκτηρίζω
ἐκμυκτηρίζω, to turn up one’s nose at, mock at
ἐκμυκτηρ-ίζω,
- hold in derision, mock at, LXX Ps. 2.4, Ev.Luc. 16.14.
burlarse de, mofarse de
ὁ κύριος ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς
τοὺς λόγους τοῦ θεοῦ
τοὺς τὰς ὥρας ψάλλοντας
τοὺς εὐλαβεῖς
• c. ac. int.
ἐξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμόν
• c. ἐν y dat.
ἐξεμυκτήρισαν ἐν τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ
• abs.
ἐξεμυκτήριζον ... λέγοντες
ἐκ·μυκτηρίζω, tourner en dérision, Spt. Ps. 2, 4 ; 34, 16 ; NT. Luc. 16, 14 ; 23, 25.
ἐκμυκτηρίζω, verstärktes μυκτηρίζω, LXX.NT.
ἐκμυκτηρίζω
fut. σω
- to turn up oneʼs nose at, mock at, NTest.