ἐκριζωτικός Save DGE ἐκριζωτικός -ή, -όν que erradica, arranca de raíz τὸ (πῦρ) τὸ τῶν παρὰ φύσιν τμητικὸν καὶ ἐκριζωτικόν Eust.Ant.Laz.6.