ἐκρινέω
ἐκρινέω, file away, consume
ἐκρῑνέω, (ῥίνη)
- file away, consume, τὴν καρδίαν Alciphr. 3.33.
consumir
τὴν καρδίαν
ἐκρινηθῆναι τοῖς πόθοις
ἐκ·ρινέω-ῶ [ῑ] (inf. ao. ἐκρινῆσαι) ronger, fig. acc. Alciphr. 3, 33.
ἐκρινέω, [ῑ], ausfeilen, übertr., καρδίαν, nagen, Alciphr. 3.33.