ἐκταδόν
ἐκτᾰδόν, Adv.
- = ἐκτάδην, Lib. Or. 11.215, Agath. 5.12.
adv. todo a lo largo, en toda su extensión
οὔκ εἰσιν ἐ. ... στοαί
ἐ. ... ἐπεκέκλιτο γαίῃ
τεῖχος ἐ. ἵδρυται
(κόσμος) ἐ. ἀργεννῆσι φαινόμενος πλακέεσσι
ἐκταδόν [ᾰ] adv. c. ἐκτάδην, Lib. 1, 343.
ἐκταδόν, Liban. u. a.Sp., = ἐκτάδην.