ἐκταπεινόω
ἐκτᾰπεινόω, strengthd. for ταπεινόω, Plu. Superst. 2.165b, Cor. 14.
1 rebajar, humillar
ἑαυτούς
δέους ... ἐκταπεινοῦντος ... τὸν ἄνθρωπον
• de conceptos abstr.
τὴν φύσιν
τὰ οἰκεῖα
2 en v. med. rebajarse
ὅσῳ δὲ μᾶλλον ἐκταπεινοῦται τῷ σώματι, τοσούτῳ μᾶλλον αὔξεται τῇ δυνάμει
ἐκ·ταπεινόω-ῶ [ᾰ] abaisser, déprimer, Plut. Cor. 14, M. 165b.
ἐκταπεινόω, demütig, kleinmütig machen, Plut. Superst. 2.