ἐκταμιεύομαι
ἐκταμιεύομαι, dispense
ἐκτᾰμῐεύομαι,
- dispense, Agatharch. 102.
- II receive from store, PRein. 15.16, al. (ii B.C.).
1 recibir, almacenar mercancías libradas por un proveedor o mayorista
οὓς ἐκτεταμίευσαι ἐρίφους δι' ἐμοῦ
πυροῦ ἀρτάβας ... ἃς ἐκτεταμίευται παρ' αὐτοῦ ἐξ οἶκου
τοῦ ἐκτεταμιευμένου σίτου
2 administrar comercialmente, distribuir en exclusiva, monopolizar
Σαβαίων καὶ Γερραίων ... ἐκτεταμιευμένων πᾶν τὸ πῖπτον εἰς διαφορᾶς λόγον
ἐκταμιεύομαι, c. ταμιεύω [ᾰ] Agatharch. 189, 27.