ἐλλιμενικός
ἐλλιμενικός, harbour-dues
ἐλλῐμεν-ικός, ή, όν, only neut. pl. -ικά, τά (sc. τέλη),
- harbour-dues, Pl. R. 425d.
del puerto, portuario
ἀγορανομικὰ ἄττα ἢ ἀστυνομικὰ ἢ ἐλλιμενικὰ ... τούτων τολμήσομέν τι νομοθετεῖν
ἐλ·λιμενικός, ή, όν [λῐ] qui concerne le mouillage : τὸ ἐλλιμενικόν, Plat. Rsp. 425d, droit de mouillage dans un port.
Étym. ἐν, λιμήν.
ἐλλιμενικός, ή, όν, den Hafen betreffend ; τὸ ἐλλ., sc. τέλος, der Hafenzoll, Plat. Rep. IV.425b.