ἐλλιμενιστής
ἐλλιμενιστής, a collector of harbour-dues
ἐλλῐμεν-ιστής, οῦ, ὁ,
- farmer of harbour-dues or customs, Aen.Tact. 29.5, D. 34.34.
oficial de aduanas en el puerto
ἅπερ (unas cajas) οἱ ἐλλιμενισταὶ ἀνοίξαντες ... κατεσημήναντο
ἔκ τε τῆς ἀπογραφῆς τῆς ἐν Βοσπόρῳ παρὰ τοῖς ἐλλιμενισταῖς
ἐλλιμενιστής, οῦ (ὁ) [λῐ] percepteur du droit de mouillage, Dém. 917, 10.
Étym. ἐλλιμενίζω.
ἐλλιμενιστής, ὁ, Einnehmer des Hafenzolls, Dem. 34.34.
ἐλλιμενιστής
from ἐλλιμενίζω
ἐλλῐμενιστής, οῦ,
- a collector of harbour-dues, Dem.