ἐλλιμπάνω
1 intr. faltar
ὅταν δὲ ἐλλείπῃ τὸ δεδομένον, ἐλλιμπάνει καὶ ταῦτα
2 tr. omitir
μηδὲν ἐλλιμπάνειν τῶν εἰς οἰκοδομὴν τῶν Ἐκκλησιῶν
no omitir nada para la edificación de iglesiasὥστε ... τὴν μεγίστην ... πρὸς σωτερίαν ἐντολὴν ἐλλιμπάνεσθαι
ἐλ·λιμπάνω [ᾰ] (seul. prés.) c. ἐλλείπω, Bas. 4, 744 b Migne.
ἐλλιμπάνω, Sp. = ἐλλείπω.