ἐμφιληδέω
ἐμφιληδέω, delight in
ἐμφῐληδέω,
- delight in, τινί Porph. Abst. 2.47, M.Ant. 5.5 (ἐμφιληδονοῦντι Casaub.).
deleitarse en c. dat.
ἐμφιληδοῦντι τῇ νωθείᾳ
ἐμφιληδέω, = ἐμφιληδονέω, τινί, M.Anton. 5.5.