ἐμφιλοδοξέω
ἐμφιλοδοξέω, seek fame in
ἐμφῐλο-δοξέω,
- seek fame in, πράγματι Phld. Rh. 2.140S.
buscar fama en c. dat.
μεγάλως ἐμ[φ]ιλοδο[ξ]ῶν τῷ πράγματι
ἐμφιλοδοξέω, seek fame in
buscar fama en c. dat.
μεγάλως ἐμ[φ]ιλοδο[ξ]ῶν τῷ πράγματι