ἐμφιλόνεικος
ἐμφῐλό-νεικος, ον,
- = φιλόνεικος, λόγοι Sch. E. Med. 637. Adv. -κως Sch. E. Andr. 289.
1 pendenciero, contencioso
οὐ δεῖ ζητήσεις ἀνωφελεῖς ἢ ἐμφιλονείκους ποιεῖσθαι
ὁμιλία
ἐμφιλόνεικοί τε καὶ ἀμυντικαὶ διαθέσεις
κρίσις
λόγοι
2 adv. -ως con ánimo de disputa
ἐ. διατεθῆναι τὴν τοῦ νυμφίου μητέρα καὶ τὴν νύμφην
Ἰουδαίοι ἐ. ἔχουσι μὴ εἶναι αὐτὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ
ἐμ·φιλόνεικος, ος, ον [ῐ] qui a le goût inné des querelles, querelleur-né, Bas. 3, 452 ; Nyss. 2, 225 edd. Migne.
Étym. ἐν, φ.