ἐμφοιτάω
ἐμφοιτάω, invade
ἐμφοιτάω,
- invade: metaph., κόλλυβός τις ἐμπεφοίτηκεν εἰς [τὴν ἀγοράν] OGI 515.50 (Mylasa).
penetrar, introducirse en c. dat.
πῶς ... πνεῦμα θεῖον δύναται ἐμφοιτῆσαι τῇ αἰσθήσει;
κόλλυβός τις ἐνπεφοίτηκεν εἰς [τὴν ἀγοράν
ἐμ·φοιτάω-ῶ, venir dans, Phil. 1, 105.
Étym. ἐν, φ.
ἐμφοιτάω, hineingehen, Philo.