ἐμφιλόσοφος
ἐμφιλόσοφος, philosophical
- philosophical, αἰσθήσεις Ph. 2.22, cf. Ptol. Tetr. 158, D.L. 2.40; τέχνη Olymp.Alch. p.70 B.
I
1 filosófico, que posee la virtud de la filosofía
(λόγος) δικανικὸς ἢ ἐ.
δύο εἰσὶν ἐμφιλόσοφοι καὶ ἡγεμονίδες (αἰσθήσεις)· ἀκοὴ καὶ ὅρασις
λέξις
δόγματα
ζήτημα
2 propio de un filósofo, filosófico
ζωή
• crist. virtuoso
βίος
• esp. de la vida ascética meditativo, contemplativo
διαγωγή
πράξεις
• neutr. subst.
ἔδειξε τὸ ἐνάρετον καὶ ἐμφιλόσοφον
de Cristo
II adv. -ως según la filosofía, filosóficamente
λέγει
ζῶντες