ἐμψυχοφαγία Save DGE Pape ἐμψυχοφαγία -ας, ἡ comida de carne animal πᾶσαν δὲ ἀπαγορεύοντες ἐμψυχοφαγίαν Epiph.Const.Anac.1.30. ἐμψυχοφαγία, [ῡ], ἡ, das Essen von Tieren, Sp.