ἔμψυξις
ἔμψυξις, cooling, refreshing
ἔμψυξις, εως, ἡ,
- cooling, refreshing, Aret. SA 1.9, Ruf. ap. Orib. inc. 9.1, Gal. 6.626.
medic., vet. refrigeración, enfriamiento
ἔ. ἐστιν ἡ χρεία τῆς ἀναπνοῆς
la refrigeración es la utilidad de la respiraciónἰᾶσθαι τὰς θάλψεις ἐμψύξεσι
ψυχρὸν ... ἠέρα ποθέουσι ἐς ἔμψυξιν
μετρίαν δεῖ τὴν ἔμψυξιν ἐργάσασθαι
δέρματος ἔ.
οὕτω καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἐμψύξεως καὶ τὸν τρόπον παραλάμβανε
ἡ ἔ. τοῦ ἐμφύτου θερμοῦ
ἔμψυξις, εως (ἡ) rafraîchissement, Ruf. (Orib. 3, 113 B.-Dar.) ; Gal. 6, 359.
Étym. ἐμψύχω.
ἔμψυξις, ἡ, die Abkühlung, Aret.