ἐναποκρύπτω
ἐναποκρύπτω, conceal
ἐναπο-κρύπτω,
- conceal, τὰς δυνάμεις Jul. Or. 1.38c:—Pass., τῷ δάσει τῶν δένδρων Str. 15.3.7, cf. Sch. Luc. Cat. 14.
1 tr. ocultar en c. dat.
τοῖς μὲν κόλποις τῶν πτωχῶν ἐναποκρύπτων αὐτά
(ταῦτα) ἐν τοῖς ταμείοις καὶ τοῖς θαλάμοις ἐναποκρύπτει
τῷ δασεῖ τῶν δένδρων ἐναποκεκρυμμένον
la tumba de Ciro
2 intr., en v. med.-pas. ocultarse en c. dat.
Τήλεφος ... ἵνα ὑγιείας τύχῃ, τούτῳ τῷ σχήματι τοῦ βίου ἐναποκρύψατο
ἐν·αποκρύπτω, cacher dans, dat. Str. 730 ; Clém. 1, 257 Migne.
ἐναποκρύπτω, verbergen in, τί τινι, Strab. 15 p. 730.