ἐναπομαραίνομαι
ἐναπομαραίνομαι, wither on
ἐναπο-μᾰραίνομαι,
- wither on, τοὺς καρποὺς -ανθῆναι τοῖς φυτοῖς Lyd. Ost. 23: metaph., οὐ γὰρ χρόνῳ ἡ τοῦ δημιουργοῦ δύναμις -μαραίνεται Aen.Gaz. Thphr. p.44 B.
- II shrivel up in, ἐλαίῳ Orib. 8.27.4.
1 deshacerse, disolverse en c. dat.
τὸ (πήγανον) δ' ἐναπομαραίνεται τῷ ἐλαίῳ
2 pudrirse, estropearse en c. dat.
ἀώρους τοὺς καρποὺς ἐναπομαρανθῆναι τοῖς φυτοῖς
ἐν·απομαραίνομαι [μᾰ] se flétrir dans, Orib. 2, 237 B.-Dar.