ἐναυλιστήριος
ἐναυλιστήριος, habitable
ἐναυλ-ιστήριος, ον,
- providing lodging or shelter, ἄντρον AP 6.219.13 (Antip.Sid.).
que sirve de morada a un león
ἄντρον
• subst. τὸ ἐ. habitáculo Sch.Hes.Th.129.
ἐναυλιστήριος, ος, ον, qui sert d’habitation, Anth. 6, 219.
Étym. ἐναυλίζομαι.
ἐναυλιστήριος
from ἐναυλίζομαι
ἐναυλιστήριος, ον
- habitable, Anth.