ἐνζωγραφέω
ἐνζωγραφέω, paint in
ἐνζωγρᾰφέω,
- paint in or on, Pl. Phlb. 40a (Pass.), Tz. H. 12.560.
1 pintar
Πολύγνωτος ... ἐν τῇ ποικίλῃ τῇ στοᾷ ἵππον ἐνζωγραφήσας
αἱ ... τῆς ... θείας ἀρετῆς ἀκτῖνες ... τῷ ἡμετέρῳ κατόπτρῳ ἐνζωγραφοῦσαι τὸν ἥλιον
ἡ ἱερὰ ... τοῦ θεοῦ εἰκὼν ... εἰς τὴν ... πιστὴν καρδίαν
• fact. hacer pintar, mandar pintar
ἐν τοῖς ... οἴκοις ... τὰς εἰκόνας αὐτῶν ἐνζωγραφοῦσιν
2 representar escenas en tejidos, en v. pas.
πόλεμοι καὶ θῆρες ... τοῖς χιτῶσι ... παρὰ τῶν ὑφαινόντων ἐνζωγραφοῦνται
ἐν·ζωγραφέω-ῶ [ᾰ] peindre dans, Plat. Phil. 40a.
ἐνζωγραφέω, darauf malen, Plat. Phil. 40a.