ἐνεψίημα
ἐνεψίημα, plaything
ἐνεψίημα, ατος, τό,
- plaything, Nic. Al. 233. [ῑ metri gr.]
juguete, divertimento
ἐνεψίηματα κούραις
ἐν·εψίημα, ατος (τὸ) jouet, Nic. Al. 233 ||
➳ [ῑ] par licence.
Étym. ἐν, ἑψιάομαι.
ἐνεψίημα, τό, das Spielzeug, Nic. Al. 233.