ἐνσαββατίζω
guardar el sábado en c. dat.
ὁ κύριος ... τῇ ἀπραξίᾳ τοῦ θανάτου ἐνσαββατίσας
ἐν·σαββατίζω (part. ao. -ίσας) [βᾰ] se reposer dans (litt. fêter le sabbat dans) dat. Nyss. 2, 867.
guardar el sábado en c. dat.
ὁ κύριος ... τῇ ἀπραξίᾳ τοῦ θανάτου ἐνσαββατίσας