ἐνρήγνυμι
ἐνρήγνυμι, break into
ἐνρήγνῡμι,
- break into:—Pass., discharge itself into, ἐς ἔντερον Aret. SA 1.10.
- II intr. in pf. part. Act. ἐνερρωγώς, υῖα, ός, broken, κλῖναι IG ΙΙ(2).199B 90 (iii B. C.).
I tr. romper en o con c. dat., en v. pas.
κεφαλὴν ... τοῖς ... λίθοις ἐνραγεῖσαν
σιδήρῳ τεθηγμένῳ ἐνρηγνύμενος
(ναῦς) ἐρραγεῖσα
II intr.
1 en part. perf. act. estar roto
ἐνερρωγυῖαι κλῖναι
2 de un fluido descargarse dentro
ἢν (τὸ πῦον) ... ἐς ἔντερον ἐνραγῇ
3 en v. med.-pas. chocar, entrechocarse
τῇ κεφαλῇ ἐρραγεὶς πληγὴν ἐποίησεν
(ἵπποι δ' αὖτε κύνες) ζωοῖσι ... αἰὲν ἐνερρήγνυντο
4 fig., en v. med.-pas. estallar, explotar
ὡς ὀργῆς εἶχον ἐρραγείς
ἐνρήγνυμι, [ῡ], (ῥήγνυμι), einreißen, einbrechen, Sp.