ἐνσαρόομαι
ἐνσαρόομαι, to be swept about in . .
ἐνσᾰρόομαι, Pass.,
- to be swept about in . ., πόντου . . ἐνσαρούμενος μυχοῖς Lyc. 753.
ἐνσαρόομαι, to be swept about in . .