ἔνρυθμος
ἔνρυθμος, of rhythm
- of rhythm, αἴσθησις Pl. Lg. 654a; possessing rhythm (opp. εὔρυθμος), D.H. Comp. 11; διάλεκτος Ephor. 6 J.; opp. ἔκρυθμος, S.E. M. 11.186. Adv. -μως Ath. 5.179f, 14.631b (prob.).
1 conforme al ritmo, rítmico
ἡ ἔ. τε καὶ ἐναρμόνιος αἴσθησις
οὐδὲν γὰρ αὐτῶν μέτρον ἐστὶ κοινὸν ἔνρυθμον
διάλεκτος
ποίημα ... λέξις ἔμμετρος ἢ ἔ.
τοὺς ἐμμελεῖς καὶ ἐνρύθμους λόγους
ἡ ... τῶν μορίων συμμετρία ... εὔρυθμος, ἀλλ' οὐκ ἔνρυθμος
la regularidad métrica de las palabras es eurítmica, pero no rítmicaἔ. κίνησις
movimiento rítmico de los curetes(χρόνοι) ἔρρυθμοι op. ἄρρυθμος y ῥυθμοειδής
ἔ. τραγῳδία
tragedia rítmica o bailada como n. del género pantomímicoτραγικὴ ἔ. κίνησις
• neutr. subst. τὸ ἔρρυθμον Ptol.l.c., Olymp.l.c.,
μουσικὴ ... ἐνρύθμων τε καὶ ἐκρύθμων ἐπιστήμη
2 adv. -ως rítmicamente
κινοῦντες ἐ. τοὺς πόδας