ἐξαέρωσις
ἐξαέρωσις, evaporation
ἐξᾱέρ-ωσις, εως, ἡ,
- evaporation, Aret. CD 2.2.
evaporación
ὅταν τὸ ὕδωρ μεταβάλλῃ εἰς ἀέρα ... ἐξαέρωσιν τὸ τοιοῦτον παρονύμως λέγομεν
χυμῶν
*ἐξαέρωσις, ion. ἐξηέρωσις, ιος (ἡ) évaporation, Arét. Cur. m. diut. 2, 2.
Étym. ἐξαερόω.
ἐξαέρωσις, [ᾱ], ἡ, Verdampfung, Aret.